Δεν είναι μια απλή εξομολόγηση. Είναι μια κραυγή. Ο Δημήτρης Καλλιβωκάς, στα 97 του χρόνια, μιλά χωρίς φίλτρα για μια καθημερινότητα που δεν αντέχει πια. Καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, με λόγο που βγαίνει δύσκολα και σκέψεις βαριές, περιγράφει έναν άνθρωπο που νιώθει εγκλωβισμένος. «Κουράστηκα… ψάχνω τρόπο να φύγω από τη ζωή», λέει. Και δεν το λέει για να προκαλέσει. Το λέει γιατί έτσι νιώθει.
- Κάποτε οδηγούσε, πήγαινε όπου ήθελε, ζούσε ελεύθερα. Σήμερα; Περιμένει από άλλους. Και αυτό τον πονά περισσότερο απ’ όλα. Σαν να μην έφτανε αυτό, η μεγάλη του αγάπη, η Ιωάννα, έχει χάσει την όρασή της και ζει σε ίδρυμα στην Τήνο. Μακριά του. Μετά από πάνω από 50 χρόνια μαζί. Μια απουσία που τον “σπάει”.
Και όμως, προσπαθεί.
- Ετοιμάζεται να ταξιδέψει για να τη φέρει κοντά του για λίγες μέρες το Πάσχα. Όπως παλιά. Όταν ψήνανε μαζί, περπατούσαν χέρι-χέρι και πήγαιναν στη θάλασσα. Σήμερα αυτά είναι αναμνήσεις.
Οι φίλοι έχουν φύγει, το τηλέφωνο δεν χτυπά. Μόνο λίγοι άνθρωποι έχουν μείνει δίπλα του. Μια γυναίκα που τον φροντίζει – ο “φύλακας άγγελός” του. Και εκείνος; Δεν ζητά πολλά. Μόνο να φύγει ήρεμα. Με το μυαλό καθαρό. Όπως έζησε.
