Τον τελευταίο καιρό η ελληνική κυβέρνηση προβάλλει συστηματικά το αφήγημα ότι το brain drain αντιστρέφεται και ότι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι επιστρέφουν στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια αισιόδοξη εικόνα που εξυπηρετεί την πολιτική επικοινωνία. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό. Έχει αλλάξει ουσιαστικά η ελληνική αγορά εργασίας ή απλώς παρουσιάζονται επιλεκτικά ορισμένα στοιχεία;
Ο οικονομολόγος Γιώργος Πίστας μοιράζεται σήμερα τις σκέψεις του μαζί μας
“Το γεγονός ότι κάποιοι επιστρέφουν δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει καταστεί ανταγωνιστική. Αρκετοί επιστρέφουν για προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους, επειδή εργάζονται εξ αποστάσεως για εταιρείες του εξωτερικού ή επειδή επιθυμούν μια διαφορετική ποιότητα ζωής. Η πραγματικότητα αυτή απέχει πολύ από το να αποδεικνύει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν γίνει ισάξιες των αντίστοιχων ευρωπαϊκών ή αμερικανικών.
Το σημαντικότερο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο οι αποδοχές. Είναι η εργασιακή κουλτούρα.
Σε πολλές ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να κυριαρχούν η μικροδιαχείριση, οι υπερβολικά ιεραρχικές δομές, η δυσπιστία απέναντι στους εργαζομένους και η αντίληψη ότι ο έλεγχος είναι αποτελεσματικότερος από την εμπιστοσύνη. Η δημιουργικότητα και η πρωτοβουλία συχνά περιορίζονται από διοικήσεις που θεωρούν ότι κάθε απόφαση πρέπει να περνά από πολλαπλά επίπεδα εγκρίσεων.
Εξίσου σημαντικό πρόβλημα αποτελεί ο νεποτισμός και η κουλτούρα των προσωπικών γνωριμιών. Παρά τις εξαιρέσεις, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι επαγγελματικές ευκαιρίες εξακολουθούν να επηρεάζονται περισσότερο από τις διασυνδέσεις παρά από τις δεξιότητες, την εμπειρία ή την απόδοση. Για έναν νέο επιστήμονα που έχει εργαστεί σε περιβάλλοντα όπου η αξιοκρατία αποτελεί βασική αρχή, αυτή η πραγματικότητα λειτουργεί αποτρεπτικά.
Την ίδια στιγμή, ένα σημαντικό μέρος της διοικητικής νοοτροπίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με καχυποψία τους νέους επιστήμονες. Πολλά στελέχη προηγούμενων γενεών δυσκολεύονται να εμπιστευθούν νέους ανθρώπους με υψηλή κατάρτιση, διεθνή εμπειρία και σύγχρονες αντιλήψεις για τη διοίκηση. Αντί να αξιοποιείται η γνώση τους ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, συχνά καλούνται να προσαρμοστούν σε ξεπερασμένες πρακτικές επειδή «έτσι γίνονται τα πράγματα».
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: η Ελλάδα επενδύει στην εκπαίδευση χιλιάδων νέων επιστημόνων. Παρ’ όλα αυτά, πολλές επιχειρήσεις δεν είναι διατεθειμένες να τους δώσουν ουσιαστικό χώρο για να εφαρμόσουν όσα γνωρίζουν. Η εμπειρία του εξωτερικού, αντί να θεωρείται πολύτιμο εφόδιο, ορισμένες φορές αντιμετωπίζεται ως απειλή απέναντι σε κατεστημένες ισορροπίες.
Την ίδια στιγμή, οι αμοιβές εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά εκείνων που προσφέρουν οι πιο ανταγωνιστικές οικονομίες. Ακόμη και αν οι μισθολογικές διαφορές μειώνονταν, το πρόβλημα δεν θα εξαφανιζόταν. Ένας υψηλότερος μισθός από μόνος του δεν αντισταθμίζει ένα περιβάλλον χωρίς αξιοκρατία, χωρίς εμπιστοσύνη και χωρίς πραγματικές προοπτικές εξέλιξης.
Αντίθετα, στις περισσότερες ώριμες αγορές εργασίας οι επιχειρήσεις κατανοούν ότι η προσέλκυση ταλέντων απαιτεί κάτι περισσότερο από έναν καλό μισθό. Προσφέρουν αυτονομία, συνεχή εκπαίδευση, διαφάνεια στις προαγωγές, ευελιξία, ουσιαστικό feedback και μια διοίκηση που λειτουργεί περισσότερο ως καθοδηγητής παρά ως επιτηρητής.
Φυσικά, θα ήταν άδικο να ισχυριστεί κανείς ότι όλες οι ελληνικές επιχειρήσεις λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο. Υπάρχουν εταιρείες που έχουν υιοθετήσει σύγχρονες πρακτικές και αποδεικνύουν ότι η αλλαγή είναι εφικτή. Για πολλούς εργαζομένους, όμως, αυτές εξακολουθούν να αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.
Η Ελλάδα δεν θα περιορίσει πραγματικά το brain drain με επικοινωνιακά συνθήματα ούτε με ανακοινώσεις περί μαζικής επιστροφής νέων. Θα το πετύχει μόνο όταν οι επιχειρήσεις της γίνουν πραγματικά ανταγωνιστικές: όταν η αξιοκρατία υπερισχύσει των γνωριμιών, όταν οι νέοι επιστήμονες αντιμετωπίζονται ως επένδυση και όχι ως απειλή, όταν η διοίκηση βασίζεται στη γνώση και όχι στην αυθεντία και όταν οι αμοιβές αντανακλούν την αξία και την παραγωγικότητα των ανθρώπων.
Μέχρι τότε, για πολλούς νέους που έχουν γνωρίσει διαφορετικές εργασιακές κουλτούρες στο εξωτερικό, η επιστροφή στην Ελλάδα θα παραμένει πρωτίστως συναισθηματική επιλογή και πολύ λιγότερο επαγγελματική. Η πραγματική αναστροφή του brain drain δεν θα μετρηθεί από το πόσοι επέστρεψαν, αλλά από το πόσοι θα επιλέγουν να μείνουν επειδή η Ελλάδα θα τους προσφέρει τις ίδιες επαγγελματικές προοπτικές, την ίδια αξιοκρατία και τον ίδιο σεβασμό που βρίσκουν στις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες”.
