Η σιωπή στα Φάρσαλα έσπασε απότομα, σαν κάτι να ράγισε μέσα στη νύχτα. Δύο αδέλφια, δεμένα με αίμα, στάθηκαν αντικριστά, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε επιστροφή. Οι λέξεις έγιναν φλόγες και μέσα σε δευτερόλεπτα η οργή πήρε μορφή. Ένα κυνηγετικό όπλο υψώθηκε αργά, σχεδόν τελετουργικά.
Η απόσταση μικρή. Η ανάσα βαριά. Και μετά… ο ήχος. Ένας κρότος που πάγωσε τον χρόνο. Το σκοτάδι γέμισε με φόβο. Το θύμα, σαν από ένστικτο, κινήθηκε πριν η μοίρα κλείσει τον κύκλο. Έφυγε, σώθηκε, άφησε πίσω του τη σκηνή που μύριζε απειλή και προδοσία.
Λίγο αργότερα, στο αστυνομικό τμήμα, η φωνή του έτρεμε καθώς περιέγραφε το αδιανόητο. Πίσω του, όμως, η σκιά παρέμενε. Ο δράστης εξαφανισμένος. Και κάπου εκεί έξω, το όπλο ίσως ακόμα ζεστό.
