Διαφθορά και country risk – Aπό τα “γερμένα” υποβρύχια και τις “θείες από τη Νιγηρία” στους καρεκλοκένταυρους γενικούς γραμματείς!

5 Min Read

Στην Ελλάδα, τα σκάνδαλα δεν πέφτουν πια σαν κεραυνός εν αιθρία. Έρχονται σαν επεισόδια σε μακρόσυρτη σειρά, με εναλλαγή πρωταγωνιστών αλλά ίδιο σενάριο. Κάποια είναι βαριά και σκοτεινά, κάποια σχεδόν φαρσικά. Όλα όμως, ανεξαιρέτως, συνθέτουν την ίδια εικόνα: ένα κράτος που δυσκολεύεται να πείσει ότι ελέγχει τον εαυτό του και ένα πολιτικό σύστημα που δείχνει να έχει εξοικειωθεί με τη διαρκή έκθεση.

  • Η υπόθεση της Novartis άφησε πίσω της περισσότερο θεσμικό θόρυβο παρά κάθαρση. Γιατί πολύ απλά δεν υπήρχε τίποτε αξιόποινο παρά μια προσπάθεια δολοφονίας πολιτικών αντιπάλων που έπεσε στο κενό. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ επιστρέφει σταθερά ως σύμπτωμα ενός διοικητικού μηχανισμού που μοιάζει να λειτουργεί μόνο υπό εξωτερική πίεση. Και το Ταμείο Ανάκαμψης, το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό εργαλείο που πέρασε ποτέ από τη χώρα, αρχίζει να συνοδεύεται όχι από αφηγήματα επιτυχίας, αλλά από ερωτήματα που στις αγορές μεταφράζονται πάντα με τον ίδιο τρόπο: αυξημένο ρίσκο, αυξημένη επιφυλακή.

Και ύστερα υπάρχει η ελληνική ιδιαιτερότητα. Το σκάνδαλο ως κωμωδία. Τα υποβρύχια που έγερναν δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο κακοδιαχείρισης δισεκατομμυρίων. Είναι διεθνές ανέκδοτο. Ένα case study για το πώς ένα κράτος μπορεί να απορροφήσει ένα σοκ χωρίς να παραγάγει θεσμική αντίδραση. Όχι επειδή δεν υπήρξαν ευθύνες, αλλά επειδή αυτές διαλύθηκαν μέσα στον χρόνο. Στο ίδιο σύμπαν ανήκουν και ιστορίες που μοιάζουν βγαλμένες από επιθεώρηση. Περιουσιακά στοιχεία που αποδίδονται σε «θείες από τη Νιγηρία», αφηγήσεις που δεν στέκουν, αλλά δεν καταρρέουν ποτέ πλήρως. Υποθέσεις που συνδέθηκαν στη δημόσια σφαίρα με πρώην υπουργούς δεν έπληξαν μόνο την εικόνα της πολιτικής ζωής. Υπονόμευσαν κάτι πιο κρίσιμο: την αίσθηση ότι το κράτος παίρνει στα σοβαρά τον ίδιο του τον ρόλο.

  • Αυτό ακριβώς παρακολουθούν οι αγορές. Όχι το κάθε σκάνδαλο ξεχωριστά, αλλά το μοτίβο. Και η διεθνής εμπειρία είναι αποκαλυπτική. Καμία χώρα δεν «τιμωρήθηκε» επειδή είχε διαφθορά. Τιμωρήθηκαν εκείνες που έδειξαν ότι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να τη συγκρατήσουν. Η Ουγγαρία δεν βρέθηκε αντιμέτωπη με πάγωμα ευρωπαϊκών κονδυλίων επειδή αποκαλύφθηκε ένα σκάνδαλο, αλλά επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαφθορά και η πολιτική επιρροή στη Δικαιοσύνη είχαν γίνει συστημικές. Η Ρουμανία χρειάστηκε χρόνια σκληρής επιτήρησης για να αντιστρέψει την εικόνα της, και μόνο όταν άρχισαν να υπάρχουν πραγματικές καταδίκες σε υψηλό επίπεδο άρχισε να αλλάζει το αφήγημα στις αγορές. Η Βουλγαρία παρέμεινε για χρόνια σε καθεστώς αυξημένης καχυποψίας, όχι λόγω ενός μεγάλου σκανδάλου, αλλά λόγω της μόνιμης αίσθησης ατιμωρησίας.

Ακόμη πιο διδακτική είναι η περίπτωση της Μάλτα. Μια χώρα εντός της Ευρωζώνης, που βρέθηκε ουσιαστικά απομονωμένη στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα όταν οι αδυναμίες στο κράτος δικαίου και οι υποθέσεις διαφθοράς άρχισαν να συνδέονται με ξέπλυμα χρήματος. Η ζημιά δεν ήταν πολιτική. Ήταν τραπεζική, επενδυτική και απολύτως μετρήσιμη.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η συζήτηση παύει να είναι θεωρητική. Το perceived country risk δεν είναι αφηρημένη έννοια. Διαμορφώνεται από εκθέσεις όπως αυτές της Transparency International, από αξιολογήσεις θεσμικής επάρκειας, από ελέγχους συμμόρφωσης και –κυρίως– από τη σωρευτική εμπειρία όσων συναλλάσσονται με ένα κράτος. Είναι ο λόγος που οι έλεγχοι γίνονται πιο αργοί, οι διαδικασίες πιο βαριές και οι αποφάσεις πιο επιφυλακτικές όταν ένα όνομα αρχίζει να συνδέεται με «πολλά μικρά προβλήματα».

Ο όρος red flag country δεν ενεργοποιείται από έναν φάκελο ή μια καταγγελία. Ενεργοποιείται όταν η διαφθορά παύει να είναι είδηση και γίνεται περιβάλλον. Όταν η ατιμωρησία δεν προκαλεί πια σοκ, αλλά κυνισμό. Όταν το πολιτικό σύστημα δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διαχείριση της εικόνας παρά για τη λειτουργία των θεσμών.

Η Ελλάδα δεν είναι σήμερα κόκκινη σημαία (ακόμα). Την προστατεύουν το ευρωπαϊκό πλαίσιο, το κοινό νόμισμα και η θεσμική επιτήρηση. Είναι όμως χώρα αυξημένης επιφυλακής. Και αυτό είναι ίσως πιο επικίνδυνο, γιατί δεν συνοδεύεται από συναγερμούς, αλλά από σιωπηλές αποστάσεις. Από επενδυτές που «το σκέφτονται λίγο παραπάνω». Από τράπεζες που ρωτούν ξανά και ξανά. Από ευρωπαϊκούς ελεγκτές που διαβάζουν τα ελληνικά πρωτοσέλιδα όχι με περιέργεια, αλλά με επαγγελματική ανησυχία.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχουν σκάνδαλα. Υπάρχουν παντού. Το πρόβλημα είναι ότι εδώ αρχίζουν να μοιάζουν με φυσικό φαινόμενο. Και όταν η διαφθορά κανονικοποιείται, οι αγορές δεν χρειάζονται ανακοινώσεις ή λίστες για να αντιδράσουν. Απλώς κρατούν σημειώσεις. Και οι σημειώσεις αυτές, αργά ή γρήγορα, μεταφράζονται σε κόστος.

 

 

Γράφει ο Γιώργος Πίστας

Share This Article