Υπάρχουν συμπτώσεις στη διπλωματία που δύσκολα περνούν απαρατήρητες. Και όταν μιλάμε για την Ανατολική Μεσόγειο, τη Λιβύη και τις τουρκικές διεκδικήσεις, κάθε εξέλιξη αποκτά ξεχωριστή σημασία.
- Στις 13 Οκτωβρίου 2026, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε την αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, έπειτα από καταγγελίες για τη συμπεριφορά της, τις οποίες η ίδια αρνείται. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου, το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Η χρονική συγκυρία προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η αποχώρηση της Αμερικανίδας πρέσβειρας συνδέεται με την εξέλιξη στη Λιβύη. Δείχνει, όμως, πόσο κρίσιμο είναι για την Ελλάδα να έχει σταθερή διπλωματική παρουσία και ισχυρά ερείσματα σε μια περιοχή όπου η Άγκυρα επιδιώκει να διευρύνει την επιρροή της.
Η έγκριση του μνημονίου από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς η πλευρά του στρατάρχη Χαφτάρ είχε αντιταχθεί στη συμφωνία. Η μεταστροφή αυτή ενισχύει τη διπλωματική θέση της Τουρκίας, χωρίς να σημαίνει ότι το μνημόνιο αποκτά αυτομάτως διεθνή νομιμοποίηση ή ότι κατοχυρώνονται οι θαλάσσιες διεκδικήσεις της.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία για την Αθήνα. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις στη Λιβύη ως μια μακρινή διπλωματική ιστορία. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αμφισβητεί ελληνικά θαλάσσια δικαιώματα και επηρεάζει τον σχεδιασμό στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ παραμένει στρατηγικής σημασίας.
Η απουσία μιας Αμερικανίδας πρέσβειρας, όσο ισχυρές κι αν είναι οι διασυνδέσεις της, δεν καθορίζει από μόνη της την αμερικανική πολιτική. Το ζητούμενο είναι αν η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να στηρίζει έμπρακτα τη σταθερότητα στην περιοχή και αν η Αθήνα θα κινηθεί εγκαίρως, με συμμαχίες, διπλωματία και σαφή στρατηγική.
Γιατί στην Ανατολική Μεσόγειο, όταν κάποιος κάνει κινήσεις στη σκακιέρα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αναμονή. Και η Ελλάδα οφείλει να βρίσκεται στο τραπέζι των αποφάσεων, όχι να μαθαίνει εκ των υστέρων τι αποφασίστηκε για λογαριασμό της.
