Στους κοσμικούς κύκλους της Αθήνας –και κυρίως στα ακριβά τραπέζια των μεγάλων εστιατορίων– κυκλοφορεί έντονα το τελευταίο διάστημα ένα… ιδιαίτερο gossip που αφορά γνωστή εφοπλίστρια. Μια γυναίκα με ισχυρό επώνυμο, οικονομική επιφάνεια και παρουσία που δύσκολα περνά απαρατήρητη.
Όσοι την συναντούν συχνά στα βραδινά της περάσματα λένε πως όταν το κέφι ανεβαίνει –και το ποτό ρέει– η διάθεσή της αλλάζει θεαματικά. Από το χαμηλών τόνων προφίλ της αρχής της βραδιάς, περνά σε μια πιο εξωστρεφή εκδοχή του εαυτού της.
Η μουσική δυναμώνει, το χαμόγελο πλαταίνει και δεν αργεί να σηκωθεί από την καρέκλα της για να λικνιστεί ρυθμικά. Η φράση που επαναλαμβάνει –σύμφωνα με θαμώνες που την έχουν πετύχει αρκετές φορές– είναι σχεδόν πάντα η ίδια: «Come on… let’s dance!»
Και δεν μένει μόνο στο δικό της τραπέζι. Με μια αυθόρμητη –ή ίσως λίγο πιο αυθόρμητη απ’ όσο θα έπρεπε– διάθεση, πλησιάζει διπλανά τραπέζια, απευθύνεται σε παρέες και επαναλαμβάνει την ίδια πρόσκληση, προσπαθώντας να παρασύρει τους γύρω της στο κέφι της βραδιάς.
Ωστόσο, το ζήτημα που συζητείται περισσότερο στους ίδιους κύκλους δεν είναι το κέφι της. Είναι κάτι άλλο. Όπως λένε άνθρωποι που κινούνται στον ίδιο κοινωνικό μικρόκοσμο, η συγκεκριμένη κυρία φαίνεται να μην κρατά πάντα τα στόματα… κλειστά.
Σε στιγμές χαλαρότητας –και μετά από αρκετά ποτήρια– φέρεται να μοιράζεται ιστορίες και λεπτομέρειες από ιδιαίτερα προσωπικές στιγμές άλλων γυναικών του εφοπλιστικού χώρου. Ιστορίες που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να παραμένουν αυστηρά ιδιωτικές.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει το πραγματικό gossip. Γιατί στον κλειστό κόσμο της ελληνικής ναυτιλίας, όπου η εικόνα και η διακριτικότητα έχουν τεράστια σημασία, τέτοιες «εκθέσεις» προσωπικών στιγμών δεν περνούν απαρατήρητες. Αντίθετα, γίνονται γρήγορα θέμα συζήτησης από τραπέζι σε τραπέζι.
Το ερώτημα που ακούγεται όλο και πιο συχνά στα σαλόνια της πόλης είναι απλό: Πόσο εύκολο είναι να κρατηθούν μυστικά, όταν κάποιος μετά το τρίτο ποτήρι αρχίζει να λέει… “Come on, let’s dance”;


