Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν ήταν απλώς μια σπουδαία κωμικός ήταν ένας άνθρωπος ανήσυχος, παρορμητικός, γεμάτος ζωή και μια αθεράπευτη ανάγκη για αλλαγή. Για εκείνη η στασιμότητα ισοδυναμούσε με μαρασμό.
Το να μένει στο ίδιο σπίτι για πολλά χρόνια της φαινόταν ανυπόφορο, σχεδόν αφύσικο. Κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια ένιωθε την ανάγκη να αλλάζει γειτονιά, δρόμους, εικόνες. Ήθελε νέους τόπους, νέα ξεκινήματα, καινούργιες καθημερινές συνήθειες. Όμως μια συγκεκριμένη μετακόμιση ή, μάλλον, μια απόφαση που δεν πρόλαβε καν να γίνει μετακόμιση – έμελλε να μείνει για πάντα θρυλική.
Το μεγάλο όνειρο της Ρένας Βλαχοπούλου ήταν να χτίσει ένα επιβλητικό σπίτι στην Κηφισιά. Το φανταζόταν σαν καταφύγιο εξοχής μέσα στην πόλη: μεγάλο οικόπεδο, πλούσιος κήπος, άνετοι και πολυτελείς χώροι, φως παντού. «Έτσι θα αισθανόμαστε πως είμαστε στην εξοχή. Εξάλλου, θα πάρουμε σκυλιά, γατιά, πολλά ζώα!» έλεγε με τον ενθουσιασμό ενός παιδιού που στήνει τον κόσμο του από την αρχή. Στο μυαλό της το σπίτι αυτό δεν ήταν απλώς μια κατοικία – ήταν ένας τρόπος ζωής. Ο σύζυγός της Γιώργος Λαφαζάνης, ωστόσο, δεν συμμεριζόταν καθόλου αυτόν τον ενθουσιασμό. Πιο προσγειωμένος, πιο λογικός, έβλεπε το όλο σχέδιο με σκεπτικισμό. «Βρε Ειρήνη, τι το θέλεις τόσο μεγάλο σπίτι; Εμείς είμαστε δύο άτομα. Μπάλα θα παίζουμε;» της έλεγε, προσπαθώντας – μάταια – να τη φέρει στα μέτρα της πραγματικότητας. Αλλά με τη Ρένα, όταν κάτι της καρφωνόταν στο μυαλό, δεν υπήρχε επιστροφή.
Η βίλα στην Κηφισιά τελικά χτίστηκε με κάθε δυνατή πολυτέλεια. Ήταν ένα σπίτι αντάξιο της προσωπικότητάς της: γενναιόδωρο, φωτεινό, θεατρικό. Όπως από την αρχή υπήρχε μια παράξενη σύμπτωση, σχεδόν κινηματογραφική. Ακριβώς απέναντι από το δικό τους οικόπεδο ένα άλλο ζευγάρι έχτιζε ταυτόχρονα το δικό του σπίτι. Οι εργασίες προχωρούσαν παράλληλα, σαν να υπήρχε ένας αόρατος συγχρονισμός. «Ρίχναμε εμείς τοίχους, ρίχνανε κι εκείνοι. Βάζανε κεραμίδια, βάζαμε κι εμείς», θυμόταν αργότερα η Βλαχοπούλου, περιγράφοντας την κατάσταση με το γνωστό της χιούμορ.
Όταν το σπίτι ολοκληρώθηκε και ήρθε η στιγμή να το χαρούν, συνέβη κάτι που άλλαξε τα πάντα. Η Ρένα παρατήρησε ότι η γυναίκα που έμενε απέναντι φορούσε μαύρα και έκλαιγε σπαρακτικά. Πολύ σύντομα έμαθε την αιτία: ο σύζυγός της είχε πεθάνει. Εκείνη τη στιγμή, μέσα στο μυαλό της ηθοποιού κάτι σκοτείνιασε. Δεν μπόρεσε να δει το γεγονός ως μια απλή τραγική σύμπτωση. Το ένστικτό της – και ίσως η δεισιδαιμονία της – άρχισε να χτυπάει συναγερμό. «Πώς να μείνουμε εμείς, αφού το έπαθε κι εκείνος;» σκέφτηκε και η ιδέα αυτή ρίζωσε μέσα της με τρομακτική ταχύτητα. Όσο κι αν ο Λαφαζάνης προσπάθησε να τη μεταπείσει, να της εξηγήσει πως δεν υπήρχε καμία λογική σύνδεση, η Ρένα ήταν αμετακίνητη. «Όταν μου έμπαινε κάτι στο μυαλό, έπρεπε να γίνει! Αλλιώς δεν ηρεμούσα!» έλεγε η ίδια, περιγράφοντας τον χαρακτήρα της με απόλυτη ειλικρίνεια. Για εκείνη η απόφαση είχε ήδη παρθεί, ακόμη κι αν φαινόταν υπερβολική ή παράλογη στους άλλους.
Πωλητήριο
Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι που μόλις είχε χτίσει. Η «γρουσουζιά» ήταν αρκετή για να σβήσει το όνειρο της Κηφισιάς μέσα σε λίγες μέρες. Το σπίτι πέρασε τελικά στα χέρια του Τόλη Βοσκόπουλου και της Μαρινέλλας, που εκείνη την περίοδο αναζητούσαν κατοικία στην περιοχή. Και κάπως έτσι, μια παρορμητική απόφαση της Ρένας Βλαχοπούλου μετατράπηκε σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές, ξεκαρδιστικές και ανθρώπινες ιστορίες της ζωής της. Μια ιστορία που, όπως και η ίδια, ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στο γέλιο, τη δεισιδαιμονία και την αφοπλιστική ειλικρίνεια.


GIPHY App Key not set. Please check settings