Ποιος είναι άραγε ο γόνος ενός αξιοπρεπέστατου και βαθιά σεβαστού εφοπλιστή «παλαιάς κοπής», από εκείνους που έχτισαν την περιουσία τους με δουλειά, ρίσκο και ήθος, ο οποίος κατάφερε το σχεδόν ακατόρθωτο; Να πάρει στα χέρια του τα κεφάλαια της οικογένειας και μέσα σε λίγα χρόνια να αποτύχει σχεδόν σε κάθε επιχειρηματική απόπειρα — είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα.
Λέγεται ότι επιχείρησε να παίξει τον ρόλο του μεγάλου επιχειρηματία, ανοίγοντας μέτωπα παντού: επενδύσεις, εταιρείες, σχέδια μεγαλόπνοα και… οικονομικά μάλλον απερίσκεπτα. Το αποτέλεσμα; Οι αριθμοί δεν βγήκαν ποτέ, τα χρέη άρχισαν να διογκώνονται και τα δάνεια να βαραίνουν όλο και περισσότερο.
Κάπως έτσι, το σπίτι που κάποτε αποτελούσε σύμβολο μιας ισχυρής οικογενειακής διαδρομής βγήκε τελικά στον πλειστηριασμό, προκειμένου να αποπληρωθούν —έστω και μερικώς— οι τράπεζες για τις… δημιουργικές επιχειρηματικές εμπνεύσεις του κανακάρη.
Το πιο αξιοπερίεργο όμως δεν είναι τόσο η οικονομική κατάληξη, όσο η στάση που ακολούθησε στη συνέχεια. Αντί για σιωπή και περισυλλογή, φέρεται να γυρίζει από παρέα σε παρέα —από επώνυμους μέχρι λιγότερο επώνυμους «φίλους»— εξιστορώντας με δραματικό τόνο το δράμα του πλειστηριασμού και ζητώντας σχεδόν κατανόηση για το πώς… τον αδίκησε η ζωή.
Μόνο που, όπως λένε όσοι γνωρίζουν καλά την ιστορία της οικογένειας, υπάρχει και μια ειρωνική λεπτομέρεια. Ο μοναχογιός του δεν φαίνεται να συμμερίζεται ιδιαίτερα το δράμα. Οι σχέσεις τους, λένε, έχουν παγώσει. Και ίσως όχι τυχαία. Γιατί —όπως σχολιάζουν με νόημα όσοι θυμούνται τον παλιό καπετάνιο της οικογένειας— το παιδί μάλλον έμοιασε περισσότερο στον παππού του. Και λιγότερο στον πατέρα του.


