Τρία χρόνια μετά τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023 που σημάδεψε τη συλλογική μνήμη της χώρας, επτά κρίσιμα μέτωπα παραμένουν ανοιχτά στην υπόθεση της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών. Ολα τα βλέμματα στρέφονται στη δίκη που ξεκινάει στις 23 Μαρτίου στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Λάρισας, από την οποία προσδοκάται να φωτιστούν τα «θολά» σημεία τριών χρόνων διερεύνησης που οδήγησαν σε μαζικές πορείες, κινητοποιήσεις και τριγμούς στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Ακόμη και στο παρά πέντε της δικαστικής διαδικασίας εκκρεμεί το ζήτημα των εκταφών εννέα σορών θυμάτων, με τις οικογένειες να επιμένουν ότι μόνο μέσα από νέες έρευνες θα λάβουν σαφείς απαντήσεις για το τι συνέβη πραγματικά εκείνο το βράδυ. Η διερεύνηση βέβαια της αιτίας δημιουργίας του πύρινου «μανιταριού» κατά τη σύγκρουση των αμαξοστοιχιών, στη διάρκεια των τριών αυτών ετών κατάφερε να επισκιάσει τη μεγάλη εικόνα της εγκατάλειψης και της υποβάθμισης του σιδηροδρόμου και δεν άφησε περιθώριο να αναδειχθούν καθαρά οι χρόνιες παθογένειες που αποδείχθηκαν μοιραίες.
Η υπόθεση έλαβε πολιτική διάσταση, μετά και τους χειρισμούς της κυβερνητικής πλειοψηφίας στη Βουλή, με τον ίδιο τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να παραδέχεται πως «δεν ήταν η καλύτερη στιγμή της Βουλής η Εξεταστική των Τεμπών», ενώ η κοινωνική αντίδραση οδήγησε πολίτες σε μαζικές συγκεντρώσεις χωρίς κομματικό «χρώμα» με κοινό σημείο ταύτισης την ανάγκη για λογοδοσία των υπαιτίων του δυστυχήματος. Σταδιακά, μάλιστα, η υπόθεση δρομολόγησε και πολιτικές εξελίξεις, με τη Μαρία Καρυστιανού –για πολλούς η μάνα-σύμβολο των Τεμπών– να βγαίνει μπροστά διεκδικώντας ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή του τόπου.
Οι εκταφές
Στον «αέρα» παραμένει το ζήτημα των εκταφών εννέα σορών θυμάτων του δυστυχήματος παρά την εισαγγελική παραγγελία της εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας, Αικατερίνης Παπαϊωάννου, που διέτασσε την εκταφή μέχρι το τέλος αυτής της εβδομάδας. Οι προσφυγές κάποιων εκ των οικογενειών προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο φαίνεται πως βάζουν «φρένο» τουλάχιστον σε τρεις από τις εκταφές, με τους συγγενείς να κάνουν λόγο για «εμπαιγμό» από τη Δικαιοσύνη αφού σύμφωνα με την παραγγελία οι απαιτούμενες εξετάσεις θα γίνουν σε εργαστήρια της Ελλάδας. Κατά τους συγγενείς, όμως, δεν μπορεί να γίνει εκταφή με αυτούς τους όρους, καθώς το υλικό από τις σορούς είναι περιορισμένο και οι κινήσεις πρέπει να είναι προσεκτικές και να τηρηθούν προδιαγραφές ασφαλείας.
Οπως εξηγούν, μόνο εργαστήρια του εξωτερικού (Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία) μπορούν να διεξαγάγουν αυτές τις εξετάσεις και να δώσουν αποτελέσματα. «Υπάρχουν ρητές διαβεβαιώσεις από τα εργαστήρια αυτά ότι μέχρι και πέντε – έξι χρόνια μετά μπορούν να πάρουν δείγμα και να φέρουν αποτελέσματα», επιμένουν και συμπληρώνουν ότι για απλές τοξικολογικές εξετάσεις που θα δείξουν μόνο την κατανάλωση αλκοόλ, δεν επιθυμούν να περάσουν τη βάσανο της εκταφής των δικών τους ανθρώπων.
Το μέτωπο των εκταφών παραμένει «ανοικτό» από το 2024, όταν κατατέθηκε το πρώτο αίτημα στον ανακριτή Σωτήρη Μπακαΐμη από τον Παύλο Ασλανίδη για εκταφή του γιου του, Δημήτρη, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ξυλολίου ή άλλων ουσιών. Απορρίφθηκε λόγω προωρότητας, καθώς εκκρεμούσε το πόρισμα του καθηγητή Καρώνη για τη δημιουργία «πυρόσφαιρας».
Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων: «Πολιτική τυμβωρυχία πάνω στη δίκη των Τεμπών»
Ακολούθησαν ακόμη δύο αιτήματα στον ανακριτή που είχαν την ίδια τύχη, τα οποία συνδέονταν με τον ισχυρισμό μερίδας διαδίκων ότι στην εμπορική αμαξοστοιχία μεταφερόταν παράνομα ποσότητα διαλυτών – υδρογονανθράκων και η εκταφή ζητείτο να λάβει χώρα προς επίρρωσιν αυτού του ισχυρισμού, αλλά μετά τις εκθέσεις τριών καθηγητών πανεπιστημίων το ενδεχόμενο είχε –κατά τον ανακριτή– αποκλειστεί.
Με εξώδικη δήλωση που εστάλη στις 16 Σεπτεμβρίου στον Αρειο Πάγο το ζήτημα τέθηκε ξανά στο τραπέζι. Αρχικά, με τη διάταξη της προέδρου Εφετών Μαρίας Λιάνου απορρίφθηκαν τα αιτήματα για εκταφή καθώς –κατά την κρίση της– δεν προέκυψαν στοιχεία για την ύπαρξη παράνομου φορτίου. Η αρνητική στάση της Δικαιοσύνης άλλαξε στις αρχές Οκτωβρίου, έπειτα από σφοδρές αντιδράσεις συγγενών των θυμάτων και την 23 ημερών απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι, που έχασε τον γιο του στο δυστύχημα. Με την ανάσυρση μιας μήνυσης εις βάρος ιατροδικαστών από το αρχείο, η Δικαιοσύνη έκανε έναν νομικό ελιγμό ανοίγοντας νέα εισαγγελική έρευνα, κατά τη διάρκεια της οποίας δόθηκε η δυνατότητα σε όποιον συγγενή θύματος το επιθυμούσε, να ζητήσει εκταφή και τοξικολογικές εξετάσεις.
Η κύρια δίκη
Η «αυλαία» της πολυαναμενόμενης δίκης αναμένεται να ανοίξει στις 23 Μαρτίου 2026 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Στην κορυφή της λίστας των 36 κατηγορουμένων βρίσκεται ο 60χρονος σταθμάρχης Λάρισας, ο οποίος το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023 έστειλε την επιβατική αμαξοστοιχία στη λάθος γραμμή. Μαζί του θα βρίσκονται δύο συνάδελφοί του σταθμάρχες που κατηγορούνται ότι αποχώρησαν νωρίτερα από τη βάρδιά τους αλλά και ο προϊστάμενος του Τμήματος Επιθεώρησης Λάρισας ΟΣΕ. Στο «σκαμνί» θα καθίσουν και 11 στελέχη και προϊστάμενοι τμημάτων του ΟΣΕ που αντιμετωπίζουν κατηγορίες σχετικά με την απουσία των συστημάτων ασφαλείας, ενώ κάποιοι εξ αυτών κατηγορούνται και για τη μετάταξη του σταθμάρχη. Στη λίστα των κατηγορουμένων βρίσκονται 16 στελέχη της ΕΡΓΟΣΕ, ανάμεσά τους πρώην πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι της εταιρείας, σχετικά με τη μη ολοκλήρωση της σύμβασης «717» για το σύστημα τηλεδιοίκησης στον ελληνικό σιδηρόδρομο, ενώ οι ίδιοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες και σε δεύτερη δικογραφία της υπόθεσης που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και αφορά το οικονομικό σκέλος.
Δίκη για Τέμπη: Ανακοινώθηκε η σύνθεση της έδρας
Ο αριθμός των κατηγορουμένων συμπληρώνεται από τον διευθύνοντα σύμβουλο και τον τεχνικό διευθυντή της Hellenic Train Α.Ε., τον γενικό διευθυντή Μεταφορών του υπουργείου Υποδομών, την προϊσταμένη της Διεύθυνσης Σιδηροδρομικών Μεταφορών του υπουργείου και την πρώην πρόεδρο της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ) για παραλείψεις σχετικά με την αδειοδότηση και την εποπτεία της λειτουργίας του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας.
Οι 33 κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το κακούργημα της διατάραξης συγκοινωνιών, που επισύρει ακόμη και ισόβια, και σειρά πλημμεληματικών πράξεων, όπως η ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, η βαριά σωματική βλάβη από αμέλεια, από υπόχρεο κατά συρροή και η απλή σωματική βλάβη από αμέλεια, από υπόχρεο κατά συρροή. Τα δύο κατηγορούμενα στελέχη της Hellenic Train βαρύνονται μόνο με τα προαναφερθέντα πλημμελήματα, αλλά και αυτό της παράβασης καθήκοντος, ενώ μόνο το τελευταίο πλημμέλημα αντιμετωπίζει μια κατηγορουμένη, μέλος της Τριμελούς Επιτροπής Μετατάξεων του ΟΣΕ.
Δύο υπουργοί
Στη Δικαιοσύνη θα φωτιστούν και άλλες πτυχές της σιδηροδρομικής τραγωδίας, με δύο δικογραφίες να βρίσκονται στο «μικροσκόπιο» του Αρείου Πάγου.
Τον δρόμο για τον εισαγγελέα παίρνει τις επόμενες ημέρες η δικογραφία που αφορά την «αλλοίωση» του τόπου του δυστυχήματος, αφού η αρεοπαγίτης ανακρίτρια Φωτεινή Μηλιώνη κήρυξε το πέρας της ανακρίσεως. Κεντρικός πρωταγωνιστής της υπόθεσης είναι ο πρώην υφυπουργός Χρήστος Τριαντόπουλος που ερευνάται στο πλαίσιο του διατάξεων του νόμου περί ευθύνης υπουργών για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος. Ως συμμέτοχοι στην ίδια πράξη κατηγορούνται ακόμη επτά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Κώστας Αγοραστός. Την τελική κρίση για την παραπομπή ή μη των κατηγορουμένων στο Ειδικό Δικαστήριο έχει το δικαστικό συμβούλιο του άρθρου 86, τα μέλη του οποίου με βούλευμά τους θα αποφανθούν σχετικά.
Στο στάδιο της λήψης μαρτυρικών καταθέσεων βρίσκεται και η υπόθεση με πρωταγωνιστή τον πρώην υπουργό Μεταφορών Κώστα Αχ. Καραμανλή, που επίσης αντιμετωπίζει το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος. Η ανάκριση διενεργείται από τον ειδικό ανακριτή του δικαστικού συμβουλίου Ηλία Γιαρένη, αλλά βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο σε σχέση με την υπόθεση Τριαντόπουλου.
Οι ελεγκτές της ΕΑΔ και η «717»
Τρεις μόλις εβδομάδες πριν από την έναρξη της κύριας δίκης, θα εκδικαστεί στις 3 Μαρτίου ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου η υπόθεση δύο ελεγκτών της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, οι οποίοι κατηγορούνται για παράβαση καθήκοντος. Οι δύο υπάλληλοι είχαν αναλάβει τον έλεγχο της εκτέλεσης της σύμβασης «717», χωρίς όμως να προχωρήσουν σε ποσοτικοποίηση της ζημίας. Τον περασμένο Νοέμβριο, το δικαστήριο είχε αναβάλει την εκδίκαση προκειμένου να κληθεί και να παραστεί ως υποστηρικτής της κατηγορίας το ελληνικό Δημόσιο. Την ίδια στιγμή, αξιοποιώντας ειδική νομοθετική πρόβλεψη που επιτρέπει την εκπροσώπηση κατηγορουμένων από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το Δημόσιο εμφανίζεται και στην υπεράσπιση των δύο ελεγκτών. Στη δικαστική αίθουσα αναμένεται να οδηγηθεί εντός του 2026 και η υπόθεση της πολύπαθης σύμβασης «717», που είχε υπογραφεί το 2014 με ορίζοντα υλοποίησης το 2016, αλλά τελικά έλαβε επτά παρατάσεις (!). Γι’ αυτό το σκέλος της υπόθεσης διώκονται 23 πρόσωπα, τα οποία είναι κατηγορούμενα και στη δικογραφία για το δυστύχημα των Τεμπών και αντιμετωπίζουν κατά περίπτωση τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε απάτη σχετική με τις επιχορηγήσεις και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό τον προσπορισμό αθέμιτου οφέλους σε άλλον.
Στην ίδια υπόθεση ενσωματώθηκε και δεύτερη δικογραφία εις βάρος 16 προσώπων, η οποία αφορά τη χορήγηση αποζημίωσης περίπου 3 εκατ. ευρώ προς την κοινοπραξία που είχε αναλάβει το έργο υλοποίησης της «717». Η σχετική δικογραφία είχε διαβιβαστεί στη Βουλή το καλοκαίρι του 2023 για τον Κώστα Αχ. Καραμανλή και αφορούσε το αδίκημα της απιστίας για την έγκριση της επίμαχης αποζημίωσης. Οπως είναι γνωστό, οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες δεν προχώρησαν, με αποτέλεσμα η Δικαιοσύνη να συνεχίσει την ποινική διερεύνηση για τα μη πολιτικά πρόσωπα. Τα τελευταία βρέθηκαν τελικά αντιμέτωπα με κατηγορίες για ηθική αυτουργία και συνέργεια σε απιστία, με φερόμενο ως φυσικό αυτουργό της πράξης τον τότε υπουργό Μεταφορών και Υποδομών.
Τα βίντεο
Το «χαμένο» υλικό από τις κάμερες του σιδηροδρομικού σταθμού Θεσσαλονίκης αποτελεί ακόμη ένα παρακλάδι της υπόθεσης των Τεμπών, με τη δίκη στο Πλημμελειοδικείο της Λάρισας να βρίσκεται στο στάδιο των καταθέσεων μαρτύρων. Η υπόθεση αφορά τη μη προσκόμιση των βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας που είχε ζητήσει ο ανακριτής Σωτήρης Μπακαΐμης από τον Μάιο του 2023. Στο εδώλιο βρίσκονται ο τότε πρόεδρος του ΟΣΕ, ο τότε διευθύνων σύμβουλος και ένα στέλεχος της «Interstar Security», της εταιρείας που έχει την ευθύνη της βιντεοεπιτήρησης του σιδηροδρόμου, ενώ αντιμετωπίζουν κατά περίπτωση τα αδικήματα της υπεξαγωγής εγγράφου, της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν και της απείθειας.


