Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα αποκτά ολοένα πιο πιεστικά χαρακτηριστικά, καθώς η απόκτηση κατοικίας απομακρύνεται συνεχώς από τις δυνατότητες του μέσου εργαζόμενου.
Αν το 2020 απαιτούνταν περίπου δεκαέξι χρόνια εργασίας με τον μέσο μισθό για την αγορά ενός σπιτιού, σήμερα ο απαιτούμενος χρόνος έχει φτάσει τουλάχιστον στα δεκαεννέα χρόνια, αποτυπώνοντας τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα εισοδήματα και στις αξίες των ακινήτων.
Οι τιμές στην αγορά κατοικίας έχουν αυξηθεί περισσότερο από πενήντα τοις εκατό από το 2020, ενώ αντίστοιχη ανοδική πορεία καταγράφουν και τα ενοίκια. Παράλληλα, η οικοδομική δραστηριότητα παραμένει χαμηλή σε σχέση με τα επίπεδα της προ κρίσης περιόδου, καθώς οι νέες κατασκευές κινούνται πολύ χαμηλότερα από τα δεδομένα των ετών πριν από το 2008.
Σημαντικό ρόλο στην επιδείνωση της εικόνας παίζουν και τα πολλά κλειστά ακίνητα που μένουν εκτός αγοράς, αλλά και η εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, που περιορίζει το διαθέσιμο απόθεμα για μακροχρόνια κατοικία. Ταυτόχρονα, η αυξημένη ζήτηση από ξένους επενδυτές εντείνει τον ανταγωνισμό, καθώς οι ελληνικές τιμές εξακολουθούν να θεωρούνται ελκυστικές για αγοραστές από το εξωτερικό.
