Η Ελλάδα επιστρέφει δυναμικά στον χάρτη των διεθνών κινηματογραφικών παραγωγών. Τα γυρίσματα της νέας ταινίας του Brad Pitt σε Αθήνα και Ύδρα βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, ενώ μόλις έναν χρόνο πριν είχε προηγηθεί η μεγάλη παραγωγή για την «Οδύσσεια» του Christopher Nolan. Η χώρα εμφανίζεται ξανά ως ελκυστικός προορισμός για διεθνή projects, με εταιρείες από ΗΠΑ, Ευρώπη αλλά και αγορές όπως η Ινδία και η Κίνα να εξετάζουν νέες συνεργασίες. Είναι όμως αυτή η αλήθεια;
Η εικόνα που παρουσιάζει το ΕΚΚΟΜΕΔ προς τα έξω είναι φαινομενικά εντυπωσιακή. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη για τον οικονομικό αντίκτυπο του προγράμματος κινήτρων, η δραστηριότητα των τελευταίων ετών έχει αποδώσει σχεδόν 1 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία. Για κάθε 1 ευρώ δημόσιας ενίσχυσης, εκτιμάται ότι επιστρέφουν περίπου 4,2 ευρώ σε προστιθέμενη αξία, απασχόληση και δευτερογενείς επιδράσεις. Μόνο το 2025 διοχετεύθηκαν περίπου 120 εκατ. ευρώ σε πληρωμές προς εγχώριες και ξένες παραγωγές, επίπεδα που – σύμφωνα με τη διοίκηση – αναμένεται να διατηρηθούν και το 2026.
Ο διευθύνων σύμβουλος του οργανισμού, Λεωνίδας Χριστόπουλος, υποστηρίζει ότι ο οπτικοακουστικός τομέας αντιμετωπίζεται πλέον ως ένας κανονικός παραγωγικός κλάδος με σταθερή χρηματοδότηση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Το πενταετές πλάνο βασίζεται στη συνύπαρξη διεθνών υπερπαραγωγών – που φέρνουν κεφάλαια και τεχνογνωσία – με εγχώριες παραγωγές και τηλεοπτικές σειρές που κρατούν «ζωντανή» την αγορά.
Πίσω όμως από την εικόνα ανάπτυξης, όμως αυξάνονται καθημερινά οι σκιές.
Στελέχη τηλεοπτικών σταθμών και εταιρειών παραγωγής μιλούν ολοένα και πιο έντονα για μεγάλες καθυστερήσεις στις καταβολές των επιδοτήσεων. Τα κανάλια έχουν ήδη πληρώσει εκατομμύρια ευρώ για σειρές, περιμένοντας να λάβουν το προβλεπόμενο rebate έως και 40% των δαπανών τους. Ωστόσο, όπως καταγγέλλουν, οι πληρωμές καθυστερούν μήνες – σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη περισσότερο – δημιουργώντας ασφυκτική πίεση στη ρευστότητα της αγοράς.
Το ερώτημα που τίθεται όλο και πιο συχνά είναι αν πρόκειται απλώς για γραφειοκρατικές εμπλοκές του κρατικού λογιστηρίου ή για μια άτυπη «λίστα προτεραιότητας» που διαχειρίζεται η διοίκηση του οργανισμού. Στελέχη της αγοράς μιλούν ήδη για ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας, όπου οι εταιρείες εξαρτώνται από τις αποφάσεις μιας κλειστής διοικητικής δομής.
Οι διαμαρτυρίες, σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν φτάσει πλέον μέχρι τον πολιτικό προϊστάμενο του οργανισμού. Κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι ο διευθύνων σύμβουλος του ΕΚΚΟΜΕΔ, Λεωνίδας Χριστόπουλος, ενδέχεται μέσα στις επόμενες εβδομάδες να κληθεί για εξηγήσεις σχετικά με τις καθυστερήσεις και τη διαχείριση των πληρωμών προς εταιρείες παραγωγής και τηλεοπτικούς σταθμούς.
Η συζήτηση αυτή, όπως λένε οι ίδιες πηγές, δεν είναι καθόλου άνετη για το κυβερνητικό επιτελείο. Κι αυτό γιατί το τελευταίο που θα ήθελε το Μέγαρο Μαξίμου ενόψει της προεκλογικής περιόδου είναι να ανοίξει ένα μέτωπο με το σύνολο των media. Τα τηλεοπτικά κανάλια αποτελούν βασικούς παίκτες της αγοράς οπτικοακουστικής παραγωγής, έχουν ήδη επενδύσει σημαντικά ποσά σε σειρές και προγράμματα και περιμένουν εδώ και μήνες την επιστροφή του προβλεπόμενου ποσοστού των δαπανών τους.
Στελέχη της αγοράς μιλούν πλέον ανοιχτά για ένα κλίμα έντονης αμφισβήτησης γύρω από τη λειτουργία του οργανισμού. Από τη μία πλευρά, το ΕΚΚΟΜΕΔ προβάλλει την επιτυχία των διεθνών παραγωγών που φέρνουν χρήματα και δημοσιότητα στη χώρα. Από την άλλη, όμως, η εγχώρια παραγωγή – κυρίως οι τηλεοπτικές σειρές – βρίσκεται αντιμέτωπη με καθυστερήσεις που δημιουργούν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας σε εταιρείες και σταθμούς.
Σε αυτό το πλαίσιο, αρκετοί παράγοντες της αγοράς μιλούν για μια ιδιότυπη κατάσταση «προτεκτοράτου», όπου η πορεία των πληρωμών εξαρτάται από διαδικασίες που δεν είναι πάντα διαφανείς και από αποφάσεις μιας μικρής διοικητικής ομάδας. Η εικόνα αυτή, λένε, δημιουργεί την εντύπωση ενός κλειστού μηχανισμού με υπερσυγκέντρωση εξουσίας, κάτι που ενισχύει τα ερωτήματα γύρω από τον ρόλο του Λεωνίδα Χριστόπουλου στη διαχείριση του συστήματος κινήτρων.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο. Αν οι καθυστερήσεις συνεχιστούν και οι πληρωμές δεν επιταχυνθούν, το ζήτημα δεν αποκλείεται να πάρει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις στον χώρο των media και της παραγωγής. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο έναν οργανισμό, αλλά την ίδια την αξιοπιστία του μοντέλου που η Ελλάδα προσπαθεί να χτίσει για να προσελκύει μεγάλες διεθνείς παραγωγές.


