Απόψε, η νύχτα βαραίνει αλλιώς. Συμπληρώνονται τρία χρόνια από εκείνη τη μοιραία σύγκρουση στα Τέμπη — τρία χρόνια από τη στιγμή που ο χρόνος πάγωσε πάνω στις ράγες και 57 ζωές κόπηκαν βίαια, αφήνοντας πίσω τους μια χώρα που ακόμη μαθαίνει να αναπνέει με μισό πνεύμονα. Δεν ήταν απλώς ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα. Ήταν μια εθνική πληγή. Ήταν τα τηλέφωνα που χτυπούσαν μέσα στη νύχτα και δεν απαντήθηκαν ποτέ. Ήταν οι βαλίτσες που έμειναν ασυνόδευτες. Τα καθίσματα που δεν θα ξαναζεσταθούν.
Οι μάνες που περιμένουν ακόμη ένα «έφτασα». Οι πατεράδες που έμειναν να κοιτούν μια φωτογραφία και να ρωτούν το κενό «γιατί;». Οι 57 νεκροί δεν είναι αριθμός. Είναι πρόσωπα, χαμόγελα, όνειρα που δεν πρόλαβαν. Είναι οι επιζώντες που κουβαλούν στο σώμα και στη μνήμη τους τον ήχο της σύγκρουσης — έναν ήχο που δεν σβήνει. Είναι μια γενιά που σημάδεψε ανεξίτηλα η φωτιά και το σίδερο.
Τρία χρόνια μετά, το πένθος δεν έχει ημερομηνία λήξης. Μαζί του όμως ωριμάζει και η οργή. Μια οργή που δεν κραυγάζει μόνο· απαιτεί. Απαιτεί απαντήσεις. Απαιτεί ευθύνη. Απαιτεί δικαιοσύνη. Το βλέμμα όλων είναι στραμμένο στη μεγάλη δίκη που έχει οριστεί για τις 23 Μαρτίου, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Λάρισα. Όχι ως μια τυπική δικαστική διαδικασία, αλλά ως μια ηθική δοκιμασία για το ίδιο το κράτος.
Για το αν μπορεί να σταθεί απέναντι στους πολίτες του και να πει την αλήθεια χωρίς υπεκφυγές. Για το αν θα αποδοθούν ευθύνες εκεί που πρέπει — όχι σε «ανθρώπινα λάθη» που αιωρούνται αφηρημένα, αλλά σε πρόσωπα, σε αποφάσεις, σε παραλείψεις. Η μνήμη δεν είναι εκδίκηση. Είναι καθήκον. Και η δικαιοσύνη δεν είναι πολυτέλεια· είναι η ελάχιστη οφειλή σε εκείνους που δεν γύρισαν ποτέ σπίτι. Απόψε, η Ελλάδα δεν μετρά απλώς τρία χρόνια. Μετρά 57 σιωπές. Και μια υπόσχεση που ακόμη περιμένει να τηρηθεί.


