Πώς γίνεται μια χώρα βυθισμένη εδώ και χρόνια σε οικονομική και πολιτική κρίση να παραμένει στο ραντάρ των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη; Είναι πράγματι η «ανάπτυξη» που προσελκύει το ενδιαφέρον ή μήπως κάτι πολύ πιο απτό και διαχρονικό.
- Παρά τη δεκαετή κρίση, η Βενεζουέλα δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί στρατηγικό στόχο. Όχι επειδή απέκτησε ξαφνικά σταθερότητα, αλλά επειδή δεν έχασε ποτέ τον πλούτο της. Και στην παγκόσμια οικονομία, ο πλούτος των πόρων συχνά μετρά περισσότερο από την ευημερία των κοινωνιών που τους φιλοξενούν.
Ζήτησα απο τον Οικονομολόγο Γιώργο Πίστα να μου απαντήσει στο ερώτημα που θέτουμε όλοι μεταξύ μας. Γιατί η Βενεζουέλα θεωρείται πόλος επενδύσεων για τις ισχυρές οικονομίες; Και μετά την Βενεζουέλα ποια έχει σειρά;
1. Φυσικός πλούτος που δεν περνά απαρατήρητος.
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Σε μια εποχή ενεργειακής αβεβαιότητας, γεωπολιτικών συγκρούσεων και επισφαλών εφοδιαστικών αλυσίδων, ποια μεγάλη δύναμη θα μπορούσε να αγνοήσει μια τέτοια δεξαμενή ισχύος;
Και δεν πρόκειται μόνο για πετρέλαιο. Φυσικό αέριο, χρυσός, σίδηρος, σπάνιες γαίες – τα υλικά της σύγχρονης βιομηχανίας και της «πράσινης μετάβασης». Πόσο «πράσινη» όμως μπορεί να είναι μια μετάβαση όταν βασίζεται στη σιωπηλή εκμετάλλευση χωρών που παραμένουν οικονομικά εξαρτημένες;
2. Γεωστρατηγική θέση.
Η θέση της Βενεζουέλας στη βόρεια Νότια Αμερική, με άμεση πρόσβαση στην Καραϊβική και μικρή απόσταση από τις αγορές της Βόρειας Αμερικής, την καθιστά κομβικό κρίκο στο παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας. Τυχαίο άραγε ότι οι γεωγραφικά «βολικές» χώρες σπάνια αφήνονται πραγματικά μόνες να χαράξουν τη μοίρα τους;
Για τις μεγάλες δυνάμεις, η παρουσία στη Βενεζουέλα δεν αφορά απλώς επενδύσεις. Αφορά επιρροή, έλεγχο ροών και στρατηγική ισορροπία σε μια περιοχή που παραδοσιακά θεωρείται ζωτικός χώρος.
3. Χαμηλές αποτιμήσεις, υψηλές προσδοκίες.
Η κρίση κατέβασε τις αποτιμήσεις σε επίπεδα που για τους ισχυρούς επενδυτές μοιάζουν με ευκαιρία ζωής. Υποδομές, επιχειρήσεις, ενεργειακά έργα διατίθενται σε τιμές που αντανακλούν την αδυναμία, όχι την πραγματική αξία.
Είναι όμως επένδυση ή μια σύγχρονη μορφή εξαγοράς υπό πίεση; Και ποιος ωφελείται περισσότερο όταν μια χώρα «ανακάμπτει» με όρους που έχουν ήδη γραφτεί αλλού;
4. Σήματα προσαρμογής ή σήματα ανάγκης;
Η χαλάρωση κρατικών ελέγχων, η άτυπη δολαριοποίηση και η περιορισμένη απελευθέρωση της αγοράς παρουσιάζονται ως βήματα προσαρμογής. Για τους διεθνείς επενδυτές, όμως, λειτουργούν και ως ένδειξη ότι το κράτος έχει περιορισμένες επιλογές.
Όταν μια οικονομία προσαρμόζεται για να επιβιώσει, ποιος καθορίζει τελικά τους όρους αυτής της προσαρμογής;
5. Διεθνείς ισορροπίες και ρεαλισμός χωρίς αυταπάτες.
Οι μεταβαλλόμενες συμμαχίες και η ανάγκη ενεργειακής διαφοροποίησης οδηγούν σε μια πιο πραγματιστική στάση απέναντι στη Βενεζουέλα. Η πιθανότητα χαλάρωσης κυρώσεων δεν συνδέεται μόνο με πολιτικές εξελίξεις, αλλά και με την επανένταξη της χώρας στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα – με όρους που ευνοούν εκείνους που κρατούν τα κλειδιά.
Συμπέρασμα:
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Βενεζουέλα δεν είναι απλώς μια χώρα με ανάγκες, αλλά ένας κρίσιμος στρατηγικός στόχος. Ο έλεγχος των ενεργειακών της πόρων σημαίνει έλεγχο ισορροπιών στο δυτικό ημισφαίριο και περιορισμό ανταγωνιστικών δυνάμεων όπως η Κίνα και η Ρωσία.
Η ιστορία δείχνει ότι όπου οι μεγάλες δυνάμεις επενδύουν μαζικά, δεν ακολουθεί μόνο κεφάλαιο, αλλά και κατεύθυνση. Θεσμικές αλλαγές, αναδιάρθρωση και ευθυγράμμιση με συγκεκριμένα οικονομικά πρότυπα παρουσιάζονται ως «εκσυγχρονισμός», αλλά συχνά λειτουργούν ως μηχανισμοί μακροπρόθεσμου ελέγχου.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Βενεζουέλα θα προσελκύσει επενδύσεις. Αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι ποιος θα τις ελέγχει. Θα αξιοποιηθεί ο πλούτος της για την κοινωνική ανάταξη ή θα προστεθεί ακόμη μία χώρα στη λίστα εκείνων που είναι πλούσιες σε πόρους, αλλά φτωχές σε κυριαρχία
Και τελικά, αν το παράνομο στοίχημα Μαδούρο «πετύχει», αν δηλαδή η πίεση, η απομόνωση και οι υπόγειες παρεμβάσεις αποδώσουν χωρίς σοβαρό πολιτικό κόστος για όσους τις ασκούν, τότε το ζήτημα ξεπερνά τη Βενεζουέλα. Γιατί θα έχει αποδειχθεί, για ακόμη μία φορά, ότι η κυριαρχία μπορεί να υπονομευθεί με το σωστό μείγμα οικονομικής ασφυξίας, θεσμικής απονομιμοποίησης και επενδυτικών «υποσχέσεων».
Και αν αυτό το μοντέλο λειτουργήσει εδώ, σε μια χώρα πλούσια σε πόρους αλλά φτωχή σε διαπραγματευτική ισχύ, τότε το ερώτημα δεν είναι αν θα επαναληφθεί, αλλά πού.



GIPHY App Key not set. Please check settings