Ένας εργαζόμενος απολύθηκε από την εταιρεία στην οποία εργαζόταν, με την εργοδοσία να επικαλείται σοβαρή παραβίαση των κανόνων εργασιακής πειθαρχίας. Σύμφωνα με την εταιρεία, ο υπάλληλος είχε καταναλώσει αλκοόλ κατά τη διάρκεια της εργασίας του, γεγονός που –όπως υποστήριξε– δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων αλλά και των υπόλοιπων εργαζομένων. Ο εργαζόμενος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι μέρος της κατανάλωσης είχε γίνει σε νόμιμο διάλειμμα και ότι σε καμία περίπτωση δεν επηρεάστηκε η εκτέλεση των καθηκόντων του.
Από την πλευρά της, η εταιρεία παρουσίασε καταγγελίες συναδέλφων και εσωτερικές αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες είχαν υπάρξει και άλλα παρόμοια περιστατικά στο παρελθόν. Κατά τη διάρκεια της δίκης εξετάστηκαν αναλυτικά τα στοιχεία που προσκόμισαν και οι δύο πλευρές, καθώς και το κατά πόσο είχαν τηρηθεί οι προβλεπόμενες εσωτερικές διαδικασίες πειθαρχικού ελέγχου πριν από την απόλυση.
Τελικά, το δικαστήριο έκρινε ότι η απόλυση δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη ούτε αναλογική ως ποινή. Οι δικαστές επισήμαναν ότι δεν υπήρχαν σαφή στοιχεία που να αποδεικνύουν συστηματική και επικίνδυνη συμπεριφορά από την πλευρά του εργαζομένου, ενώ παράλληλα διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν προηγηθεί γραπτές προειδοποιήσεις ή άλλες πειθαρχικές ενέργειες πριν λυθεί οριστικά η εργασιακή σχέση. Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο επιδίκασε στον πρώην εργαζόμενο αποζημίωση ύψους 47.000 ευρώ.


